ευκλειής

εὐκλειής, -ές, ιων. και επικ. τ. τού εὐκλεής (Α)
βλ. ευκλεής.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Εὐκλείης — Εὐκλέης masc nom sg (epic) Εὐκλεία good repute fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκλείης — εὔκλεια good repute fem gen sg (epic ionic) εὔκλεια good repute fem gen sg (epic ionic) εὐκλεής of good report nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυκλειής — εὐκλεής of good report masc/fem nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυκλείης — εὔκλεια good repute fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευκλεής — ές (ΑΜ εὐκλεής, ές, Α ποιητ. τ. εὐκλειής, επικ. τ. ἐϋκλειής) αυτός που έχει καλή φήμη, ένδοξος, ονομαστός, περίφημος (α. «οὐ μάν ἧμιν ἐϋκλεὲς ἀπονέεσθαι» δεν είναι ένδοξο για μάς να αποπλεύσουμε, Ομ. Ιλ. β. «εὐκλέα γλῶσσαν» τραγούδι που υμνεί τη… …   Dictionary of Greek

  • ԲԱՐԵՓԱՌ — (ի, աց.) NBH 1 458 Chronological Sequence: Unknown date, 6c, 7c, 8c, 10c, 13c ա. εὕδοξος, εὑκλειής, κλεινός, εὑδαιμονῶν gloriosus, honorificus, inclytus, celebris, illustris, felix, beatus Մեծափառ, քաջափառ, փառացի. պանծալի. բարեհռչակ. պատուական,… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.